Ερωτήσεις
Πως αντιμετωπίζεται η θρομβοφιλία ;
By makris
Published: October 16, 2007
Print    Email

Η αντιμετώπιση θεραπευτικά της θρομβοφιλίας διακρίνεται σε 2 στάδια το στάδιο της οξείας θρόμβωσης και το στάδιο της προφύλαξης από νέο θρομβωτικό επεισόδιο. Το 1ο στάδιο αντιμετωπίζεται πάλι με δυο τρόπους ¨τον επιθετικό – της θρομβόλυσης και τον συντηρητικό- χορήγηση ηπαρίνης ενδοφλεβίως με στάγδην έγχυση (με ειδική αντλία) ή με τη χορήγηση μικρού μοριακού βάρους ηπαρίνης, μΜΒΗ, (τις απόψεις μου για τα σκευάσματα αυτά θα βρείτε στο βιβλίο μου – Ηπαρίνες- υπάρχει στην ιστοσελίδα μου.

Η θρομβόλυση έχει και παρενέργειες- για το λόγο αυτό απαιτείται να γίνεται σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται επίσης μπορείτε να τα βρείτε στον τόπο της ιστοσελίδα μου- νέες διαλέξεις- αντιθρομβωτική θεραπεία.

Η διάρκεια της θεραπευτικής αυτής αντιμετώπισης ελέγχεται με αγγειογραφία και δεν ξεπερνά τις 2 μέρες. Η διάρκεια της ηπαρινοθεραπείας κρατά 5-7 ημέρες. Προσοχή πρέπει να παρακολουθείται ο αριθμός των αιμοπεταλίων την 3η, την 7η,15η και την 21η μέρα (αν παραταθεί η θεραπεία, στις περιπτώσεις που αυτό απαιτείται). Ο λόγος είναι ότι η ηπαρινοθεραπεία μπορεί να προκαλέσει και ένα βαρύ κλινικό σύνδρομο (θρομβοπενία που εισάγεται από ηπαρίνη- θα βρείτε την αντίστοιχη διάλεξή μου στον τόπο των – νέων διαλέξεων). Δυστυχώς το σύνδρομο αυτό έχει παρατηρηθεί και με τη χορήγηση των μΜΒΗ παρά τις ελπίδες που είχαμε με την εμφάνιση τους και την προσθήκη τους στη θεραπευτική μας φαρέτρα-ότι θα είχαμε απαλλαγεί από αυτό. Αυτό σήμερα πραγματοποιήθηκε με την εισαγωγή στη θεραπεία της θρόμβωσης του Fondaparinux-Arixtra- Σε περισσότερους ασθενείς η θεραπεία με τις μΜΒΗ αντικαθίσταται με τα από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά (Sintrom, Warfarin κα). Στις μέρες όπου όλοι έχουμε αποδεχτεί την ανάγκη περιορισμού του πρόσθετου σωματικού βάρους η λήψη των αντιβιταμινών Κ είναι προβληματική αφού η σωστή ρύθμισή τους απαιτεί αποφυγή τροφών πλούσιων σε βιταμίνη Κ. Επίσης μια σημαντική μερίδα γυναικών – και κυρίως αυτές που έχουν παρουσιάσει καθέξιν αποβολές- και είναι υποχρεωμένες να υποβληθούν σε αντιπηκτική αγωγή στη διάρκεια της κύησης πρέπει να τεθούν σε μακροχρόνια λήψη μΜΒΗ και όχι αντιβιταμινών Κ γιατί οι τελευταίες είναι τερατογόνες.

Μια άλλη μερίδα ασθενών (κυρίως αυτών που έχουν παρουσιάσει αρτηριακές θρομβώσεις) τίθενται σε αγωγή με αντιαιμοπεταλικά φάρμακα (όπως είναι η ασπιρίνη , η τικλοπιδίνη, η κλοπιδογρέλη κλπ). Δυστυχώς και αυτή η αγωγή έχει παρενέργειες (σπανιότερα πολύ σοβαρές). Συνεπώς είναι αναγκαστικό να παρακολουθείται η αποτελεσματικότητα της αγωγής. Κάποιοι που δεν έχουν άμεση πείρα –παρά τα βιβλιογραφικά δεδομένα – δεν ελέγχουν την αποτελεσματικότητα γιατί – όπως διατείνονται δεν υπάρχει εντελώς εξειδικευμένο τεστ. Όταν το ¼ περίπου των ατόμων αυτών παρουσιάζουν αντίσταση στο φάρμακο είναι παράλογο να συνεχίζουν να το παίρνουν και να κινδυνεύουν –έστω και πολύ σπάνια να παρουσιάσουν πολύ βαριά επιπλοκή. Τα αντιαιμοπεταλικά φάρμακα όποια και αν είναι σκοπό έχουν να αναστείλουν τη λειτουργία των αιμοπεταλίων. Ε! αυτή ελέγχεται με συσσώρευση σε ειδικό όργανο. (στην ιστοσελίδα μου και στο τόπο πρόσφατα έργα- θα βρείτε τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση και της λειτουργίας των αιμοπεταλίων.

Το ίδιο ισχύει και για τη χορήγηση των μΜΜΒΗ. Πρέπει να παρακολουθείται η αποτελεσματικότητά τους. Είναι αλήθεια ότι όταν οι μΜΒΗ εχορηγούντο για προφυλακτική χρήση με πολύ μικρές δόσεις σε σχέση με τις θεραπευτικές δεν υπήρχε ανάγκη για εργαστηριακή παρακολούθηση- πολύ περισσότερο όταν το τεστ που υπήρχε είχε αναντιστοιχίες δόσης και αποτελεσμάτων. Από το 1991 διαθέτω δικό μου τεστ με το οποίο παρακολουθώ την αποτελεσματικότητα της θεραπευτικής αγωγής (αυτό περιγράφεται στο βιβλίο μου για τις ηπαρίνες).

Η θρόμβωση των κάτω άκρων εκτός των φαρμακευτικών μέτρων απαιτεί και λήψη μέτρων που αποσκοπούν στην αποφυγή ιδιαίτερα σοβαρών επιπλοκών που σχετίζονται με αυτό που αποκαλείται μεταθρομβωτικό σύνδρομο των κάτω άκρων. Αυτό σχετίζεται με το γεγονός ότι η θρόμβωση καταστρέφει φλεβικούς συνδέσμους επικοινωνίας των φλεβικών δικτύων («εντω βάθει» και «επιπολής»). Η ανάπτυξη του συνδρόμου οδηγεί σε επώδυνο σύνδρομο με οιδηματώδη άκρα. Για την αποφυγή της ανάπτυξης του συνδρόμου απαιτείται η εφαρμογή ειδικών ελαστικών καλτσών που να ασκούν συγκεκριμένη πίεση στα σφυρά (40mmHg). Οι κάλτσες όμως αυτές ή τα ειδικά calchons πρέπει να τα φορά ο ασθενής αφού πριν σηκωθεί σηκώσει τα πόδια του για μισή ώρα πάνω από 50ο. Σκοπός αυτής της θέσης είναι η μετακίνηση του οιδηματώδους υγρού (αυτού που έχει εκχυθεί στον εξωαγγειακό χώρο), ώστε η άσκηση της πίεσης από τις κάλτσες να εφαρμόζεται κατευθείαν στο επιπολής δίκτυο, το αίμα να εξωθείται προς το «εντω βάθει» και συνεπώς με τον τρόπο αυτό να ασκεί θεραπευτικό αποτέλεσμα. Αν δεν συμβεί αυτό τότε η άσκηση πίεσης στο οιδηματώδες άκρο κάνει κακό- γιατί διευκολύνει τη στάση του αίματος και συνεπώς συμβάλλει στην ανάπτυξη του συνδρόμου, ακόμη ακόμη συμβάλλει και στην επαναθρόμωση.